« A Ρ Χ Ι Κ Η - Σ Ε Λ Ι Δ Α | ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ ΚΑΙ ΜΠΛΟΥΖ » | ΛΑΟΣ: Δημοψήφισμα για το όνομα του Πράσινου Ακρωτη... » | Ευάγγελος Βενιζέλος Μετανοών » | Τηλέμαχος Χυτήρης: Η ποίηση στην πολιτική » | Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ΤΩΡΑ ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ!! » | ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑ.ΣΟ.Κ » | ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ του Παντελή Οικονόμου προς τους υ... » | Αποχαιρετισμός, του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου » | Η συναυλία των γυακίνθων, του Οδυσσέα Ελύτη » | Φθινοπωρινό σχεδίασμα, του Μήτσου Παπανικολάου » 

Σάββατο, Δεκεμβρίου 01, 2007 

on AIDS: Παντελής Ηλιάδης - Πηγαίνοντας προς το "διδώ"


.......................τι κάνεις όταν τελειώσει κι αυτό

...............Παντελής Ηλιάδης


«Συνάντησα τον Παντελή για πρώτη φορά στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ, όπου είχε εμφανιστεί, απροειδοποίητα, ζητώντας να τον βοηθήσει κάποιος με ένα κείμενο που μετέφραζε. Φορούσε κόκκινο σακκάκι, πράσινο πουκάμισο, κίτρινο παντελόνι και ασπρόμαυρα παπούτσια. Δεν μπορούσε παρά να προσελκύει τα βλέμματα όλων. Ήταν Πάσχα του 1992' και από τότε γίναμε φίλοι καρδιακοί. Αρχίσαμε να μιλαμε για μύρια όσα, μιας και είμασταν αμφότεροι άρτι αφιχθέντες από την γηραιά ήπειρο' ανακαλύψαμε μάλιστα ότι είχαμε πρωτοσυναντηθεί στο Τατόι το 1985, όταν φρουρούσαμε την πατρίδα από αμέτρητους καθημερινούς και αόρατους εισβολείς. Χρόνια μετά και αφού η φιλία μας, πέρασε δυο βαθύτατες κρίσεις, ήρθε στο σπίτι μου, απρόσκλητος όπως το συνήθιζε, για να αποκαλύψει τα μυστικά του.

«Ήρθα στην Αυστραλία, μου είπε, το 1989, Ιούλιο μήνα, γιατί είχα συναντήσει αυτό το τέρας τον Πάτρικ. Δεν ήξερα τίποτε γι' αυτόν, παρά μόνο ότι ήταν πολύ σέξυ και κάναμε καλό κρεβάτι στην Αθήνα, όπου τον συνάντησα έξω απο το Ηρώδειο. Όταν έφθασα στο Σύδνεϋ, έμαθα ότι ήταν παντρεμένος καί ότι είχε τέσσερα παιδιά. Μετά από πέντε μήνες απίστευτης ερωτικής πανδαισίας, που δεν είχαμε καιρό να μιλήσουμε ο ένας με τον άλλο, πήγαμε διακοπές στο Cairns. 6 Δεκεμβρίου 1989, του αγίου Nικoλάου. Ξάφνου λιποθύμησε και τον πήγα στο νοσοκομείο. Δεν ήξερα καλά αγγλικά τότε και κανείς δεν μου έλεγε τίποτα. Ο Πάτρικ έπεσε σε κώμα και πέθανε μέσα σε τρεις μέρες. Ο γιατρός με πήρε στο γραφείο του και μου είπε τι είχε' μου ζήτησε να κάνω εξέταση αίματος. Σε δυο μέρες το πόρισμα: οροθετικός. Δεν ήξερα τι να κάνω' μόνος σε μία ξένη πόλη και ξένη χώρα. Μόλις έθαψα το τέρας, κατέφθασαν τα παιδιά του και μου ζητούσαν την διαθήκη του' δεν ήξερα που ήμουνα, τι θέλανε, γιατί με κατηγορούσαν. Έφυγα με τα λίγα χρήματα που είχα στην Μελβούρνη' νοίκιασα ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο και ξέσπασα σε λυγμούς' έκλαιγα για δυο μέρες ασταμάτητα. Κοιμήθηκα για άλλες τρεις εξαντλημένος. Στα όνειρά μου ερχόταν η Θεσσαλονίκη, το χωριό μου, η Μπέμπα Mπλανς, η Σπεράντζα Βρανά, η Μπέσυ Αργυράκη, η μάνα μου. Εγώ δεν είμαι κουλτουριάρης σαν κι εσένα, να τριγυρνάω σε διαλέξεις με φιλοσόφους καί θεολόγους. Εγώ είμαι μία λαϊκή γκόμενα, που βρήκε το ύφος της στα αλησμόνητα τραγούδια του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ιδιαίτερα μάλιστα στα αποτυχόντα, όπως το "Ανταμώνουμε σαν σύννεφα", το "Αυτός που θάρθει την αυγή", και στα τραγούδια της Μαρίνας, της Τάμυ, του Τέρρυ Χρυσού και του Δάκη».

Αυτός ήταν ο Άλκης' κοφτερή ειλικρίνεια και ευθύτητα χωρίς περιστροφές, έλεγε αυτά που εlχε στην καρδιά του ή τα έβγαζε έξω με ένα χορό κι ένα τραγούδι. Ήταν ένα παράδοξο παιδί' ψηλός, μελαψός, επιβλητικότατος. Δεν μπορούσες να τον αγνοήσεις ή να τον προσπεράσεις: σαν ένας εξευγενισμένος Ζορμπάς, με όλα τα χαρακτηριστικά του ήρωα και χωρίς τις γραφικές του ακρότητες. Ο Άλκης είχε μία ζυγιασμένη και λαγαρισμένη συμπεριφορά' η αίσθηση της θνητότητας τον εlχε απαλλάξει από το περιττό και το ψιμυθιωμένο. Ζώντας κάθε μέρα σαν να ήταν η τελευταία του, ρουφούσε αχόρταγα οτιδήποτε βρισκόταν μπροστά του' έναν έρωτα, μια φιλία, ένα βιβλίο, μια ταινία' απoλάμβανε ακόμα και τους κάθε λογής ματαιόσπουδους που κατέφθαναν στις αποικίες από την μητρόπολη' την Ρίτα Σακελλαρίου, την Άντζελα Δημητρίου, την Μπέσυ Αργυράκη. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ τα δάκρυά του όταν άκουσε ξανά τον περίφημο Τζων Τίκη να τραγουδάει «η δική μας ιστορία», με το στήθος δασύτριχο καιί τον σταυρό του Άγίου Ιωάννη του Ρώσσου να λάμπει κατάσαρκα, μέσα από το ξεκούμπωτο πουκάμισο. Είχα αναγκαστεί να τον συνοδεύσω' και υπέμεινα άχρι πρωίας τον αοιδό με πολυμελές μπαλέτο και εννεαμελή ορχήστρα. Ο Άλκης είχε ταυτιστεί με την ατμόσφαιρα. «Ο Τζων Τίκης είναι τα νιάτα μου», έλεγε, «Όταν ήμουν έφηβος και είχα τόσες ελπίδες και όνειρα, να αλλάξω, να γίνω κάποιος, να μείνω πιστός για πάντα στα όνειρά μου». Και σηκωνόταν να χορέψει στους ρυθμούς ενός τέτοιου ψαλμωδού, μέσα σε ένα καταγώγιο όπου διατηρείται ανόθευτο το εθνικό φρόνημα και η ιστορική μνήμη του μείζονος Ελληνισμού!

Επρόκειτο, μολοντούτο, για χαρισματικό άνθρωπο' μπορούσε να μεταμορφώνει το τετριμμένο και το ασήμαντο σε μια απροσδόκητη και συντριπτική αποκάλυψη. Γιατί ο Τίκης δεν ήταν πια ο Τίκης’ ήταν η φωνή από μία εποχή πού όλα μοιάζανε νέα και αρυτίδωτα μέσα από τα εργαστήρια της φαντασίας και της εμπειρίας, ήταν τα πράγματα που άχνιζαν σαν φρεσκοβγαλμένα ψωμιά από το κλίβανο της ζωής ενώ η μυρωδιά τους έκρυβε τις σκιές και τα φαντάσματα μιας παιδικής ηλικίας σ' ένα χωριό της Μακεδονίας, όπου είχαν γραφτεί μαύρες σελίδες προσωπικού τρόμου και οικογενειακού δαιμονισμού.

Για όλα αυτά μου άρεσε ό Άλκης γιατί δεν υποκρινόταν πως ήταν κάποιος άλλος, γιατί δεν έκρυβε τον εαυτό του, γιατί ήταν ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος και ρηχός και δεν ήθελε να είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που ήταν. Αυτή η αυθεντικότητά του τον επέβαλε, ακόμα και όταν σε εκνεύριζε και σε ενοχλούσε, ήταν ένα θαύμα να βλέπεις κάποιον να εκτίθεται και μετά να ξεσπάει σε κλάματα η σε γέλια και να λέει αδιάφορα «και πάλι ωραίοι είμαστε!». Γιατί ό Άλκης δεν ήθελε να μεταμφιέζει αυτό που ήταν, δεν υποκρινόταν, δεν παραμυθιαζόταν με την ιδανική εικόνα του εαυτού του, που τελικώς ήταν εκείνη της Ειρήνης Σκλήβα καί όχι του Ζαν Πώλ Σάρτρ. Για τους φίλους του μάλιστα φύλαγε και το μεγαλύτερο δοκίμιο της αγάπης τους' ώρες αναρίθμητες παρακολουθήσεως βιντεοσκοπημένων καλλιστείων! Μις Ειρηνικός, Μις Αφρική, Μις Αυστραλία, και το μεγαλύτερο εύρημα όλων (αφότου άρχισαν οι δορυφορικές εκπομπές από την ελληνική τηλεόραση), Μις Καλαμαριά 1997! Δεν θα ξεχάσω το ενθουσιασμό του για τα ωραία κορίτσια της Μακεδονίας, όπως έλεγε, και την σημασία που απέδιδε στην Θεσσαλονίκη, ως παγκόσμιας πρωτεύουσας της ομορφιάς, εξ αιτίας -ήτο πεπεισμένος γι' αυτό- της θρησκευτικότητος που χαρακτηρίζει την πόλη.

Γιατί τα έκανε όλα αυτά; Γιατί δεν φοβόταν να εκτίθεται, με όλες του τις αδυναμίες και τα ελαττώματα, τα όνειρα και τις φαντασιώσεις του. Ήθελε να έχει φίλους και ήξερε να κάνει την φιλία ποιότητα ζωής' να προσφέρει χωρίς να φαίνεται, να βοηθά χωρίς να είναι παρών, να ενθαρρύνει χωρίς να μιλάει. Δεν θα ξεχάσω την μοναδική μας έξοδο στην Όπερα για να δούμε τους «Τρώες» του Μπερλιόζ' λίγο η παράσταση λίγο το είδος, ό Άλκης εξαφανίστηκε μετά μισή ώρα, για να με πάρει τηλέφωνο αργότερα, από γνωστό κέντρο καταχρήσεων και κραιπάλης, ενώ εγώ απολαμβανα την χειρότερη θεατρική παράσταση της ζωής μου. «Κουλτουριάρη», μου είπε περιφρονητικά, «κατάντησες να υποκαθιστας τα πάντα με αναπαραστάσεις» και έκλεισε το τηλέφωνο, εξαφανιζόμενος για εβδομάδες.

Η παρουσία του λοιπόν έθετε τα πράγματα σε προοπτική, αναδιάρθρωνε τις προτεραιότητες, έδινε μία βεβαιότητα δύναμης ακόμα και σε καταστάσεις απόλυτης απελπισίας. «Θα την παλέψω αυτή την αρρώστια» μου έλεγε' «θα την παλέψω με κάθε τρόπο: με διαλογισμό, με χορό, με φάρμακα, με μαθήματα μαγειρικής. Δεν θα χάσω την ζωή μου προτού πεθάνω!». Η εγγύτης του θανάτου γεννούσε μέσα του μια λεβεντιά και μία ηρωική τόλμη που δεν φαινόταν πουθενά στην ζωή του προηγουμένως και όσο ο θάνατος πλησίαζε, ο Άλκης ανέδιδε μία πνευματικότητα και ευγένεια, που με έκανε να νιώθω γυμνός και αμαρτωλός και ηλίθιος για όσα έλεγα και έκανα και σκεφτόμουν, για όλα τα έργα και τις σκέψεις της υγείας που δίνει πάντοτε μια ανεπαίσθητη αλαζονεία και μίαν λανθάνουσα βεβαιότητα άτρωτης ύπαρξης.

Υπήρχε, ωστόσο, μέσα του και απίστευτη δύναμη, ένα αστείρευτο πάθος για ζωή, μια αχόρταστη περιέργεια, η ζωική απληστία ενός μαινόμενου στωικού. Μέχρι το τέλος ταξίδευε στην Ιταλία, την Γαλλία, την Αγγλία, στο εσωτερικό της Αυστραλίας. Δούλευε μέχρι πριν εισαχθεί στό νοσοκομείο ως διερμηνέας δημοσίων υπηρεσιών - παρακολουθούσε μαθήματα ιταλικών και κινέζικης μαγειρικής. Καλούσε φίλους στο σπίτι για δείπνο, τηλεφωνούσε στις τρεις το πρωί γιατί άκουσε ένα ωραίο τραγούδι στο ραδιόφωνο, βρισκόταν σε δυο και τρία μέρη ταυτοχρόνως. Ήταν αεικίνητος και πολύτροπος και πολυμήχανος’ ένιωθε ότι το τέλος ερχόταν και, όπως έλεγε, «ήθελε να ρουφήξει κάθε ανταύγεια του φωτός και να κλονιστεί από το κάθε βήμα του σκοταδιού μέσα του».

Έζησε μία μεγάλη στιγμή της ζωής του, όπως εξομολογήθηκε, όταν τον επισκέφτηκε ο αρχιεπίσκοπος Στυλιανός. Είχε διαβάσει ποιήματά του, και, όπως του είπε, «μεέ συγκινεί πώς μπορείτε να συνδυάζετε τόση ευαισθησία ως ποιητής με τόση σιδηρά πειθαρχία ως διοικητής!». «Καίρια παρατήρηση», όπως είπε αργότερα με τρυφερότητα ο πρωθιερέας. «Ο πλέον εύστοχος χαρακτηρισμός του έργου μου και του εαυτού μου!». Γι' αυτό θαύμαζα τόν Άλκη' γιατί αναπάντεχα πεταγόταν σε ακρότατα σημεία κατανόησης και αισθαντικότητας, χωρίς να χάνει ούτε για ένα λεπτό την χοϊκότητά του. Μόλις έφυγε ο Στυλιανός, ο Άλκης εξαντλημένος από την αγωνία της συνάντησης μού είπε: «Αυτός ο άνθρωπος είναι μία προσευχή!», και ξέσπασε σε κλάματα. Μόλις χόρτασε, ζήτησε νά βάλω στο βίντεο τά καλλιστεία της Μις Τουρισμός 1999, «για να κραταμε τις ισορροπίες», όπως είπε, αναστενάζοντας.

Ώσπου ήλθε η μαύρη ημέρα της 4ης Μαρτίου 2001। Μια ειρωνική σύμπτωση' ήταν τό Σάββατο του Mardi Gras, του καρναβαλιού δηλαδή, όπου κάποιοι αυτοχαρακτηριζόμενοι ομοφυλόφιλοι παρελαύνουν σε κεντρικό δρόμο του Σύδνεϋ, ντυμένοι ή τσίτσιδοι, διατρανώνοντας πόσο υπερήφανοι νιώθουν για την σεξουαλικότητά τους. Το νοσοκομείο ήταν ακριβώς σε κεντρική διασταύρωση αυτού του δρόμου, της οδού της απωλείας, όπως την έλεγε. Ο Άλκης είχε πέσει σε κώμα από το πρωί- ρόγχαζε ακίνητος και απλωμένος μέγας μεγαλωστί, όπως περιέγραφε ο Όμηρος τους πολεμιστές του, με μια απροσδιόριστη αξιοπρέπεια και αταραξία. Οι προηγούμενες μέρες ήταν απίστευτες' είχε αποδεχθεί το μοιραίο με στωική άφεση, σχεδόν με ειρωνεία. Σε κάποια φίλη που έκλαιγε μπροστά του είπε: «Κόψε το δράμα, εγώ πεθαίνω καί όχι εσύ». Σε άλλο γνωστό δήλωσε: «Λυπάμαι μόνο που δεν θα ξανακούσω ελληνικά τραγούδια». Και σε μένα εμπιστευτικά: «Άναψε ένα κερί την μέρα των γενεθλίων μου, 14 Μαΐου». Τι δεν άκουσα εκείνες τις μέρες σε ένα νοσοκομείο γεμάτο από πνιχτούς λυγμούς και κρεβάτια που άδειαζαν αιφνιδιαστικά. Μου ζήτησε, αφού πεθάνει, να τον μοιρολογήσω τραγουδώντας Μπέμπα Μπλανς' επίσης με προέτρεψε να διαβάζω την Καινή Διαθήκη και να ξεχάσω τον υπναλέο γαλλικό υπαρξισμό: «αν δεν μπορείς να βρεις την Καινή Διαθήκη, τότε να γίνεις συνδρομητής στο "Νίτρο" από την Ελλάδα!», μου είπε θριαμβευτικά κάποια στιγμή' και τέλος, η μεταφυσικότερη τελευταία του νουθεσία προς εμένα προτού χάσει επαφή με τον κόσμο μας: «Να φροντίζεις την επιδερμίδα σου με καλά καλλυντικά γιατί είσαι ξανθός και θα σπάσεις γρήγορα!». Μέχρι την τελευταία του στιγμή με φρόντιζε σαν όλα αυτά να μην συνέβαιναν σε κείνον!

Κοντά του ο Μπέρναρντ, ο καλός σαμαρείτης του, που αφιέρωσε όλη του την χριστιανική ευαισθησία στην διακονία ανθρώπων που υπέφεραν. Καθολικός αυτός, τον έπλενε και τον έντυνε, ενώ οι ομόδοξοι φίλοι και συγγενείς είχαν εξαφανιστεί πιστεύοντας ότι θα μολυνθούν εξ αποστάσεως και διά εναερίου επαφής. Ήταν οκτώ το βράδυ όταν το νοσοκομείο αντήχησε από τα ελληνικά μοιρολόγια της μητέρας του' ένα μακρόσυρτο παράπονο γεμάτο κραυγές και τσακίσματα της φωνής. Είχα τηλεφωνήσει στον παπά-Νεκτάριο, που ήρθε και διάβασε την ευχή προς αποδημήσαντας. Γύρω στις εννέα είχαν όλα τελειώσει. Ένα τζόβενο γιατρουδάκι μου είπε να αδειάσουμε το δωμάτιό του, μιας και την επομένη θα ερχόταν κάποιος άλλος.

Έμεινα μόνος στο δωμάτιο, καθώς μάζευα τα πράγματά του, μέχρι τα μεσάνυχτα. Η φωτισμένη πόλη, αμείλικτη προχωρούσε πανηγυρίζοντας. Έριχνα ό,τι έβρισκα σε μία βαλίτσα' το ραδιοφωνάκι, τα περιοδικά, κάποια cd, τα ρούχα του. Το δωμάτιο του νοσοκομείου ήταν ακόμα γεμάτο από την παρουσία του' η μυρωδιά του, το αποτύπωμα του κορμιού του στο κρεβάτι, τα παπούτσια, οι κάλτσες του. Ήταν όλα εκεί, μύριζαν, άχνιζαν, μιλούσαν' και ήταν μαύρα μεσάνυχτα και σαν να είχε πέσει μία φοβερή σιωπή τριγύρω και δεν άκουγα τίποτε και σαν να κινιόμουν αργά χωρίς βάρος και να επέπλεα πάνω στα νερά της ίδιας του της ύπαρξης που τώρα είχε εξατμιστεί και είχε νοτίσει όλο το δωμάτιο με ένα παχύρρευστο και αόρατο υγρό, την πεμπτουσία της απουσίας του. Ανέπνεα Άλκη, περιβαλλόμουν από Άλκη, ο Άλκης ήταν η πόλη μου. Βίαιος άνεμος άνοιξε το παράθυρο' ο Άλκης που είχα ζήσει χανόταν' και ένας καινούργιος γεννιόταν' ο Άλκης της ανάμνησης και της φαντασίας, το πικρό χαμόγελο μιας γλυκιάς νοσταλγίας. Γιατί αραγε γιατί, μόνο μέσα από τον θάνατο αγαπημένων να ανοίγουμε την θύρα των μυστηρίων και να ζούμε τις μεγάλες μας στιγμές;

Κοίταζα γύρω. Σιωπή πάνω από την αγαπημένη πολυόμματη πόλη, η πόρτα του δωματίου άνοιξε και το γιατρουδάκι έλεγε κάτι που δεν μπορούσα να ακούσω. »

Σύδνεϋ, Αυστραλία


Κείμενο: Βρασίδας Καραλής

= = =

Ποιήματα του Παντελή Ηλιάδη:

ΑΣΜΑΤΑ ΛΑΪΚΑ

Με ρωτάς τι έχω και σου λέω τίποτα
Κατά βάθος φοβάμαι μη σε τρομάξω
γι' αυτό κι επιλέγω τη σιωπή σου
Στη γλώσσα μου να σου μιλήσω δεν μπορώ
τη δική σου τη νιώθω σα γυαλί που μας χωρίζει
Η σιγουριά σου μου είναι ακατανόητη
Αφού μονάχα την επιδερμίδα σου μ' αφήνεις να βλέπω
κι αυτήν στη συχνότητα που ορίζεις εσύ
Το πανταλόνι κατεβασμένο μέχρι τα γόνατα
σπάνια παρακάτω
Λες σ' αγαπώ μα ξέρω πως δεν μπορείς να πεις σε νιώθω
Μετά την εκσπερμάτωση δένεις τη ζώνη σου
και φεύγεις σα να σε κυνηγούν
Κι εγώ μένω μόνος και παράλυτος,
ακίνητος μέσ' στο σκοτάδι, νεκρός κατ' επιλογή και ανάγκη
Έτσι θα περάσω τη νυχτα
Στην καλύτερη περίπτωση, θ' ακούσω λαϊκά τραγούδια.


INSOMNIA

Εδώ δεν είμαι πια, ούτε κι εκεί είμαι όμως
Ζω εδώ, ζω κι εκεί
Θέλω να φύγω, να πάω στα μέρη και τους τόπους
που πια μονάχα τις νύχτες επισκέπτομαι
ανάμεσα στη μία και στις πέντε
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
εκεί που μιλάνε τη γλώσσα της παιδικής μου ηλικίας
Στην αγκαλιά της μητέρας μου, να με νανουρίσει
Να καθήσουμε όλοι στα σκοτεινά μπροστά στο παράθυρο
και να περιμένουμε να φανεί ο γέρος εκείνος
που με τρόμαξε στο όνειρό μου
Κι από πίσω, μες στο σκοτάδι, να υπάρχουν διερμηνείς
γλωσσών υπαρκτών και ανύπαρκτων
και να μεταφράζουν τα αμετάφραστα
Μέχρι που να σηκωθεί ο μπαμπάς και να τους πει:
«Ουστ, κερατάδες. Πάρτε δρόμο. Εγώ γεννήθηκα το
εικοσιτρία. Αυτά γίνανε σαράντα χρόνια μετά.
Τι ήξερα; Πώς να το φανταζόμουνα. Ήμουν πτώμα
στην κούραση και το πρωί έπρεπε νάμαι στο χωράφι.
Τι προσπαθείτε τώρα να εξηγήσετε με λόγια;»
Και να ξεσπά με κατόπιν σε λυγμούς βωβούς
ο γέρος να λιώνει μαζί με τ' όνειρο, να
πνίγεται η φωνή του. Κι η γιαγιά να βγάζει
τα μαλλιά της από τις τσέπες και να τα καίει
πετώντας τα πάνω του. «Να, να, να.....»

Αυτό ήταν, τελείωσε. Απόψε έγινε αποκατάσταση της αγάπης.
Κοιμηθείτε τώρα κι αύριο το πρωί πάμε να μεταλάβουμε όλοι.

Παντελής Ηλιάδης
(1960 - 2001)





κείμενα και ποιήματα από την ΟΔΟ ΠΑΝΟΣ, τεύχος 123 - Ιαν. 2004:

«Tον Παντελή Ηλιάδη, τον γνώρισα στη Θεσσαλονίκη, το 1983. Μαζί του γνώρισα μία άλλη Θεσσαλονίκη.[...] Όταν ήρθε στην Αθήνα, για να διοριστεί δάσκαλος, κάναμε παρέα και στο Οδός Πανός έκανε διορθώσεις και έγραφε. Ωραίο μυαλό και πρωτοπόρος σε όλα. Την ημέρα του καύσωνα, 1987, στην Αθήνα, που πέθανε ο κόσμος, φεύγαμε για τη Μυτιλήνη με το καράβι. Έκθεση βιβλίου θα γινότανε στην παραλία της, θα κάναμε και διακοπές δεκαπέντε ημέρες' άψογος και τυπικός στη δουλειά.

Την ημέρα που κάποιοι Αθηναίοι έβρισαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο τον Μπόυ Τζωρτζ - και αυτός αντεπέδιδε τα ίδια - τον είχα δίπλα μου και μου μετέφραζε όλο το λεξιλόγιο του Μπόυ. Ήξερε ωραία αγγλικά όπως και ελληνικά.

Όλα κυλούσαν ήρεμα, τον έβλεπα όλο και πιο πολύ, αγαπούσε αυτή την πόλη, κάπνιζε τσιγάρα Δελφοί, έτρωγε σαλάτες και φρούτα και μίλαγε δυνατά, καθαρά αυτά που μάθαινε, έτσι όταν μου είπε πως φεύγει για την Αυστραλία δεν τον πίστεψα και όταν πείστηκα προσπάθησα - με λογική - να τον μεταπείσω. Δεν άκουγε τίποτα. Είχε ξαναπάει εκεί, γνώριζε τη γλώσσα, τίποτα δεν τον κρατούσε.

Μου φάνηκε πως πήγαινε προς το διδώ - που λέει ο Καβάφης»
...

Γιώργος Χρονάς
Αθήνα, 14 Αυγούστου 2003

Ετικέτες ,

Δημιουργία Συνδέσμου

artois Image Hosted by ImageShack.us
"artois" - ράτσα ενός κυνηγετικού, χαριτωμένου σκύλου - είναι η συλλογική περσόνα κάποιων ανθρώπων, που συναντήθηκαν στο διαδίκτυο και διαπίστωσαν ότι πάσχουν από την ίδια "ασθένεια": είναι αλλεργικοί στους πάσης φύσεως "δηθενατζήδες". Τέρμα τα ντεμέκ είτε πρόκειται για δήθεν πολιτικούς σωτήρες, δήθεν δημοσιογράφους, δήθεν σκεπτόμενους, δήθεν αριστερούς, δήθεν ανιδιοτελείς, δήθεν σοβαρούς, δήθεν προοδευτικούς... Aπό τις 13.12.2010, νέο μέλος: artois 4, o λαϊκιστής. Aπό 11/11/11 νέος μεταβατικός αρθΡογράφος ο "Αρτουά ο παλιός" - με συγκεκριμένη διάρκεια, μέχρι 12/12/12 που θα "συνοδεύσει" τον μάταιο κόσμο στο τέλος του [επιτέλους!]

. .

Θεματα

  • ΠΑΙΔΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
  • ΤΟ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟ
  • On AIDS
  • ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ και ΜΝΗΜΗΣ
  • TO MIKΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΟΒSERVER
  • ΤA ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ
  • ΤΣΙΓΑΡΑ ΤΕΛΟΣ!

    . .

    Aλλα

  • ΠΛΑΣΤΟΠΡΟΣΩΠΙΑ ΜΕΣΩ ΨΕΥΔΟΪΣΤΟΛΟΓΙΟΥ
  • ΣΑΣ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ
  • ΠΑΡΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ
  • O ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ
  • H MAΡΙΑΝΝΑ ΑΠΟΛΥΕΤΑΙ
  • H AΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΟ ΝΤΙΒΑΝΙ
  • ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΟΤΙΜΟ
  • ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΕΣΒΥΩΠΙΑ
  • ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΦΥΛΟ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ
  • . .

    o artois o 4oς προτεινει (boo to alternative douchebags!)

  • MΠPAΦ : Mikeius vs. Alt-Bags (part 1)
  • MΠPAΦ : Mikeius vs. Alt-Bags (part 2)
  • MΠPAΦ : Mikeius vs. Alt-Bags (part 3)
  • LINKS:

    EKΔΟΤΙΚΑ ΝΕΑ: Απο 1ης Μαρτιου, η νεα υπερπολυτελης εκδοση της "Αυτομπλογκο- γραφιας μου". Δερματοδετη με 5 υπεροχα αυθεντικα σβαροφσκι στη θεση των ομικρον. ......... κλικ εδω για περισσότερα

    ........Image Hosted by ImageShack.us

    -

    ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΧΡΕΙΟ: _____ MIA ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ ΟΒSERVER

    Για τις δυσκολες ωρες σας: TA ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΑ ακομα μια φιλοδοξη προσπαθεια του Οbserver

    Powered by Blogger
    and Blogger Templates
    Image and video hosting by TinyPic