Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2009 

13 τσιγάρα με τον Γιάννη Ρίτσο

Image Hosted by ImageShack.us

Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο
έτσι να τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα




Δεν αντέχω - είπε-
τόση ομορφιά και τόση αμαρτωλή αγιότητα. Θα βγω στον άσπρο εξώστη
να καπνίσω συνέχεια δεκαπέντε τσιγάρα, αποθαυμάζοντας από ψηλά
τη θέα της Ρώμης, βλέποντας κάτω μεγάλα λεωφορεία
ν’ αδειάζουνε τσαμπιά τουρίστες στα προπύλαια του Μουσείου,
σπάζοντας με τα δυο μου δάχτυλα μέσα στην τσέπη του
παντελονιού μου
ένα σωρό κλεμμένες οδοντογλυφίδες, σαν να σπάζω
όλους τους ξύλινους σταυρούς όπου σταυρώθηκαν οι ανθρώπινες
επιθυμίες.




Κείνες τις ώρες, σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα,
το τσιγάρο κομμένο στη μέση, γυρίζει από στόμα σε στόμα,
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος, βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης, χαμογελάμε.




Κατσε, λοιπόν αντικρυστά μου΄
θέλω να βλέπω κατάμονος την κλίση των γονάτων σου και να
καπνίζω
ώσπου να πέσει η νύχτα μυστική και πάνω απ' το κρεβάτι μας να
στυλωθει μαγνητισμένο
ένα ρεμπέτικο φεγγάρι Σαββατόβραδο μ' ένα βιολί, κλαρίνο και
σαντούρι.




Και τότες πια δεν ξέρεις - έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς
αξούριστοι, άλαλοι,
δεν ξέρεις πια, σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους,
αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους
ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη.




Kαι την ώρα που το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμό με κάποια
στεναχώρια,
τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ' τα κάγκελα του μπαλ-
κονιού, μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των άστρων
και των αδελφών του.

















aαπό artois 1

Ετικέτες ,

 

"Σταμάτα μου την αστραπή ν' ανάψω ένα τσιγάρο και πες του σύννεφου να πει πως θα 'ρθω να σε πάρω" Οδυσσέας Ελύτης


Σώζομαι, αν σώζομαι τελικά, χάρη σε κάποιες τέχνες
ταπεινές που ξέρω: του τσιγάρου, του ξενυχτιού,
της νοσταλγίας και της αθανασίας τόσων
ωραίων πραγμάτων που περνάνε απαρατήρητα...


Θωμάς Γκόρπας




Καπνίζω.
Καμιά φορά φουμάρω μέχρι σαράντα τσιγάρα
τη μέρα.
Συχνά, όμως, το τσιγάρο μου, καίει ανώφελα,
λησμονημένο στο τασάκι,
ενώ αναπολώ τις γυναίκες που αγάπησα.


Ηλίας Πετρόπουλος




Όχι καπνός χωρίς εσένα, φωτιά μου.
Μετά που έφυγες, το τσιγάρο σου
έμεινε να καίει στο τασάκι μου
και να σχηματίζει νήματα από καπνό
ενός τόσο διακριτικού γκρίζου...


Edwin Morgan
*μτφ: I.M.-Σ.




Το δωμάτιό μου στο σχήμα ενός κλουβιού,
Ο ήλιος απλώνει το χέρι του στο παράθυρο,
Εγώ όμως που θέλω να καπνίσω φτιάχνοντας αυταπάτες
Ανάβω το τσιγάρο μου με το φως της μέρας
Δε θέλω να ταξιδέψω, θέλω να καπνίσω.


Guillaume Apollinaire
* απόδοση: Μαρία Φραγκούλη




Θα λάμπουνε ψηλά τ' αστέρια
τα μάτια των πουλιών
και πού και πού
η καύτρα ενός τσιγάρου.


Μιχάλης Γκανάς




1η Ιουλίου 2009, σβήνουμε τα τσιγάρα

= = =


Παρακάτω ο Γκάρυ Κούπερ χωρίς τσιγάρο αυτή τη φορά
γιατί έτσι μας αρέσει
(...ο Γκάρυ Κούπερ)






(σε όλες τις φωτογραφίες, ο Γκάρυ Κούπερ )

Ετικέτες ,

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2009 

Κική Δημουλά: Μεγάλη Πέμπτη



Υπαίθριος καιρός.
Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.
Φορτωμένες.
Ο καρπός εισακούστηκε το παρελθέτω όχι.
Δεν θα εισπράξουν ούτε φέτος πατέρες
οι λιποψυχίες μας.

Ατελής η ελαιογραφία.
Να ξαναδοκιμάσω.

Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.
Τα αργύρια φύλλα τους εποφθαλμιά
η αστραφτερή του τοπίου αγνότητα.
Φύσει καταδότρια η αθωότης.
Αυτή δεν μας παρέδωσε
για ελάχιστα ανεκπλήρωτα αργύρια
στην απώλεια της;

Να τονίσω λίγο Φαρισαίον απέναντι.
Τη θάλασσα.



Κική Δημουλά, Ποιήματα
(συλ. Χαίρε ποτέ)
εκδ. Ίκαρος, 1998

Ετικέτες ,

 

Κική Δημουλά: "Μεγάλη Εβδομάδα" και "Η Απαρηγορία"

Μεγάλη Εβδομάδα

Το Όχι είναι δισύλλαβο:
βρέ-χει.
Ο Πιλάτος φοράει το μπλε του αδιάβροχο,
δεν βρίσκει ταξί,
οι συνειδήσεις συνωστίζονται
στον ίδιο μονόδρομο,
όλοι νίπτουν τας χείρας των,
μάλιστα τέτοιες μέρες.
Το Όχι είναι δισύλλαβο,
η ψιλή και η οξεία στο ο
κεντρώνει το Όχι, μονόγραμμα των ημερών.
Το παράθυρο είναι δίφυλλο,
η ψιλή και οξεία βροχή
το κεντρώνει,
μονόγραμμα στο κλειστό Όχι.

Οι καμπάνες οι πένθιμες
ανοίγουν αυλάκια στον αέρα,
χύνονται και ποτίζουν εκτεταμένες ατονίες
ωσότου κάποια απόσταση απότιστη
να τις απορροφήσει.
Οι καμπάνες, ασχέτως τού πένθιμες,
πάντοτε κάτι αποχωρίζουν,
πολλώ μάλλον οι πένθιμες.

Οι καμπάνες φορτώνουν
βαλίτσες στα πούλμαν,
τα τρένα τρέχουνε, ξεσκίζουν
και βάζουν κλήρο
στα ιμάτια των τοπίων.

Σταύρωσον, σταύρωσον
τα χέρια σου στο στήθος...
Τι άλλο να κάνω;
Ποιο μέτρο να κινητοποιήσω;
Πού ξέρω από πού
φεύγει το κάθε πράγμα;
Κάθε κατεύθυνση έχει το άλλοθί της.

Οι πασχαλιές εσταυρωμένες
σ' ένα φθηνό ανθοδοχείο
εμψυχώνουν το άρωμα του θανάτου.
Τα μάτια σου
είναι οι δύο ληστές,
εκ δεξιών και εξ ευωνύμων.

Το Όχι είναι δισύλλαβο,
επιμένω
βρέ-χει.
Οι εκκλησίες ξεχειλίζουν,
όπως ξεχειλίζουν τα ποτήρια
στα άλλα πάθη που εορτάζουμε.

Οί εκκλησίες ξεχειλίζουν
αγάπα τον πλησίον σου...
Απαίτηση,
που μες στη ρύμη και τη γλύκα των ψαλμών,
περνάει σαν εύκολη αγάπη
και χάνει τη θεία απανθρωπιά της,
το θείο ανεφάρμοστο.

Στην κοπιώδη πορεία τού δεηθώμεν
τα μεγάλα κεριά προχωρούν,
τα κεριά της δραχμής μένουν πίσω.
Τα μικρά κεριά κουράζονται εύκολα,
λυγίζουν και διεκτραγωδούν
το αντίτιμο τους.
Η ανισότης των κεριών
αναλιώνει μυσταγωγικά.
Ο θεός τους ο νεωκόρος
τα ρίχνει στον Καιάδα της ανατήξεως.

Ξεχειλίζουν οι εκκλησίες.
Δεν χωράω, δεν πειράζει.
Θα μάθω το τετέλεσται
από άλλη πηγή.
Πιο θετική




Η απαρηγορία
Μεγάλη Εβδομάδα


Οι βιολέτες, όπως ανήσυχα,
διορατικά μυρίζουν
όταν κάτι δεν πάει καλά,
κάτι απογοητεύει πάλι.

Η Μεγάλη Εβδομάδα,
όπως στάζει κερί και τάμα
στη θρησκόληπτη ανάμνηση,
στην άθεη απουσία.

Η Κυριακή του Νυμφίου,
όπως αναστατώνει,
βασίζεις δεν βασίζεις το Μεγάλο
στις αφίξεις.

Οι διάφοροι Νυμφίοι,
που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται,
κάποια διήμερη εκδρομή,
κάποια ευκολότερη θρησκεία
που την ασπάζονται.

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή
σε κάθε βήμα,
δπως κατασταλάζεις για το έθιμο,
έχουν δεν έχουνε ανθίσει οι απορίες.

Οι Πατέρες μας, γέροι στο σπίτι,
περιμένουν αυγά και τσουρέκι.

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή,
τα περιστύλια της υπομονής,
τα παγκάκια να κάτσεις να περιμένεις
τον ετήσιο Ιούδα,
πού αργεί να 'ρθεί
από το ράφτη, απ' τον κουρέα.
Το μεγάλο ποσόν που του δίνεις
για να δεχθεί να σε προδίνει ανεξήγητα.

Της καμπάνας η Μεγάλη εξάντληση
κι η άπαρηγορία,
ο νηστικός της ήχος
όπως λιποθυμάει
στα εαρινά αρμόνια
των καθολικών απογευμάτων.

Οι αργίες,
οι αργοπορίες,
οι αγριότητες,
όπως τις πάμε ως επάνω μόνοι μας.

Ο Σίμων, που στο τέλος αδιαφόρησε
κι έφτιαξε τη ζωή του.

Η Μυροφόρος έλλειψις,
που θα σε ψάχνει απόψε να σε ράνει.

Η Προηγιασμένη των διαφόρων θρήνων
τη Μεγάλη Εβδομάδα
και τις διάφορες άλλες εβδομάδες τα ίδια.

Η Αγία Επανάληψη,
η θαυματουργή,
η άχειροποίητος,
όπως τη βρήκανε ανυπόγραφη τα πράγματα,
θαμμένη
σε κάποια παλαιότητα της μοίρας μας,
σε κάποιο προγονό μας μέλλον.
Όπως την πιστεύω.



Κική Δημουλά, Ποιήματα
(συλ. Το λίγο του κόσμου)
εκδ. Ίκαρος, 1998

Ετικέτες ,

Τρίτη, Απριλίου 14, 2009 

ΧΟΣΕ ΟΥΑΤΑΝΑΜΠΕ: Έζησε ανάμεσά μας (α)

O Τελευταίος Δείπνος
La Última Cena

[....]Διακριτικά εγκατέλειψα την τραπεζαρία την ώρα που Εκείνος έλεγε:
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .κάθε κομμάτι άρτου που δέχεστε είμαι εγώ.

Ένας από τους δώδεκα ρώτησε:
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .μήπως αρχίζεις κάποια παραβολή, Διδάσκαλε;

Μακριά σκέφθηκα πόσο λίγη συναίσθηση έχουν οι μαθητές του
που δεν βλέπουν ότι ο άνθρωπος σημαδεμένος είναι απ' το θάνατο
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .και ότι άρτος ή σάρκα το ίδιο είναι!

Όταν έφυγαν
η γειτόνισσα με κατηγόρησε για υπερβολική και φαντασιόπληκτη:
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .Εκείνος πάντα συμβολικά μιλάει, μου είπε'
όμως στην άδεια τραπεζαρία, ανάμεσα στα ψίχουλα και στο κρασί,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .ένιωσα την καθάρια μυρωδιά μιας πληγής.


H προσευχή στη Γεθσημανή
Oración en Getsemaní

Δεν μεγαλώνουν οι ελιές ποτέ, από τον ζήλο τον αποφασιστικό
τον ουράνιο, ψηλώνοντας ίσιες και αδίστακτες.

Οι ελιές συστρέφονται, άγριες και γεμάτες ρόζους
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .σαν άνθρωποι βασανισμένοι.

Ανάμεσα τους ν' αποσυρθείς ήρθες σαν βουνό ασήκωτο.

Βατράχια και πτηνά γονατιστό σε βλέπουν και συντριμμένο
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .και ύστερα στα δικά τους επιστρέφουν:
τα βατράχια πίσω από τα έντομα
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .και τα πτηνά κελαϊδώντας το βαρβάτιασμά τους:
αυτή είναι η μοναξιά
όταν τίποτα δεν σου ταιριάζει.

....

Οι αποκοιμηθέντες Μαθητές
Los Discípulos dormidos

Σε περιμέναμε, Κύριε, κοπάδι εξουθενωμένο
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .στους πρόποδες του λόφου.

Η μέρα είναι μια μακρά αναταραχή μαζί Σου.

Τα θαύματα σου μας βάζουν σε έναν κόσμο ξεχωριστό. Όταν
με τόση ευκολία σε βλέπουμε να λύνεις
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .τα αδύνατα, η προσπάθεια
να παραμείνουμε Πέτρος, Ιωάννης, Ανδρέας ή Ιάκωβος
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .εξουθενώνει.
....

Η άρνηση του Πέτρου
Negación de Pedro

[....] Έτσι σκυφτός, σιμά στο Κυβερνείο περπατάω
με σκεπασμένο πρόσωπο, στραμμένος
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .προς τους τοίχους. Όλα
γκρεμίζονται στο γύρω μου.

Αν η ψυχή μου θα σ' αρνηθεί τώρα όπως το ανήγγειλες
δεν ξέρω αν θα 'ναι από φόβο
ή από εκείνη την απελπισία
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .που πιότερο χολή θα αποκαλούσα.


José Watanabe (1946-2007)

Έζησε ανάμεσά μας
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 2007
(δίγλωσσο)



Ετικέτες ,

 

Τάσος Λειβαδίτης: Η ανάσταση των φτωχών


. . . .. . . . . . . το χώμα της γης επάνω μου,
. . . . . . . . .. . ήτανε τόση η θλίψη ενός αδέξιου θαυματοποιού
. . .. . . . . . . . στη γωνιά του δρόμου μου
. . . . . . . .. . . που βγήκα μεσ' απ' το καπέλο του.



(Σημειώσεις)
Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση - τόμος δεύτερος
εκδ. Κέδρος, 1987

(φωτ: compagnonnature.free.fr)


Ετικέτες ,

Δευτέρα, Απριλίου 13, 2009 

Μέρες Επιταφίου, του Νίκου Γκάτσου

Μεγάλη Δευτέρα

Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.
Το Άλφα και το Ωμέγα


Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
Ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.

Ο γεωμέτρης του αχανούς.
Ο ποιμήν των αστέρων.


Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
Που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του

Ο κυβερνήτης των Αριθμών.
Ο δαμαστής των Σημείων.


Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου, στο φρέαρ της αβύσσου.

Εγγύς. Εγγύτατος ο καιρός.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.



Μεγάλη Τρίτη

Επόρνευσον οι βασιλείς και εκ του οίνου της πορνείας
εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην.


Κάτω απ' τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.

Ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας.

Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
στα καπηλειά της πολιτείας
εσύ αμνίo για σφαγή
κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Το πολύτιμον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων και εξέχεεν
είς τους άχράντους πόδας σου.


Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι
ούτ’ ο καιρός πού είν’ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.

Εγώ το φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις
εμέ εν τη σκοτία μη μείνη.



Μεγάλη Τετάρτη

Εκ των σπηλαίων του όρους εξήλθον οι δαίμονες

Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.

Ως θάλασσα υαλίνη ομοία κρυστάλλω.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
Ξυπνήστε ν’ αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες
Σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.

Πίστις, ελπίς, αγάπη. Τα τρία ταύτα. Μείζων δε
τούτων η αγάπη


Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
Να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
Και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι;

Πάντα ποιείτε ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι
Μέσον γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης.



Μεγάλη Πέμπτη

Τα έργα του αληθινά και αι οδοί του ευθείαι.

Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ' ουρανού,
κρέμεται σήμερα σε ξύλο -
ίλεως Κύριε γενού!
Και στ' ασπαλάθια της ερήμου
Μια μάνα φώναξε "παιδί μου"!

Δια ξύλου τα τέκνα του Αδάμ Παραδείσου γεγόνασιν άποικοι.

Με τ’ Απριλιού τ' αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.

Ελήλυθε εις την γην ίνα μαρτυρήσει τη αληθεία.

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νού
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.

Ούτος εστιν η ζωή και το φως και η ειρήνη του κόσμου



Μεγάλη Παρασκευή

Άξιος ο την γην κρεμάσας εν ύδασιν.

Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό.
Κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τ' ακουμπώ -
φίλε δακρυπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.

Άξιος ο νεφέλαις κοσμήσας το στερέωμα.

Άρρωστος κύλησε ο αιώνας
κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός –
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε
των αρίστων άριστε

Άξιος ο την γην ζωγραφήσας τοις άνθεσιν.

Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη
γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς –
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε
των μεγίστων μέγιστε.

Άξιον εστί το αρνίον το εσφαγμένον.


Μέγα Σάββατον

Μέμνησο!

Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.

Μέμνησο των παιδίων α σοι έδωκεν ο Θεός.

Πίσω απ' τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελλούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σαν γλαροπούλια στην αμμουδιά.

Τα ρήματα α λελάληκας ημίν πνεύμα εστιν και ζωή εστιν.

Μες των καιρών την ανημποριά
Διώξε το γρέγο και το βοριά
Και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
Με του θριάμβου σου την κραυγή.

Ότι συ ει η αλήθεια και η ζωή και η ανάστασις.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.



Gloria Aeterna

Όπου κι αν πάμε
μνήμες κρατάμε.
Αθήνα και Ρώμη
σε ψάχνουμε ακόμη.
Άσπρες κολώνες
μαύροι αιώνες.
Ασήκωτοι χρόνοι
στον κόσμο που βρεθήκαμε μόνοι.

Μίση φατρίες
πέφτουν οι Τροίες
κι εσύ Βαβυλώνα
μια κούφια σταγόνα.
Όλα περνάνε
πες μου πού πάνε
η κόλαση άδεια
και γύρω μας φυτρώνουν σκοτάδια.

Νόμος ο νόμος
τρόμος ο τρόμος
και ποιος θα ταράξει
του κόσμου την τάξη.
Θε μου Σωτήρα
τ' άστρα σου πήρα
ν' ανάψω τα τόξα
που δείχνουν την αιώνια σου δόξα.

Νίκος Γκάτσος - Μέρες Επιταφίου
(φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε – εκδ. Ίκαρος 1992)


Ετικέτες ,

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 24, 2008 

Ο νεκρός τις γιορτές

Ο νεκρός τις γιορτές

Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιεί τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει
(ο νεκρός)
όταν έρθει ο χρόνος
κι όλες οι ρόδες
κόκκινες όπως πρώτα
θα γυρίζουν πάλι.


Μίλτος Σαχτούρης

Η Καλλιέργεια των χριστουγεννιάτικων δένδρων

Για τα Χριστούγεννα υπάρχουν άφθονες διαθέσεις
Μερικές μπορούμε να τις αψηφίσουμε:
Την μουδιασμένη, την κοινωνική, την ισχυρώς εμπορική,
Την θορυβώδη (όπου οι ταβέρνες λειτουργούν ως τα μεσάνυχτα)
Την παιδική - όχι εκείνη του παιδιού
Όταν είναι άστρο το κερί, κι ο χρυσωμένος άγγελος
Απλώνοντας πτερά στην κορυφή του δέντρου
Δεν είναι απλώς διακόσμηση, μα ο άγγελος
Θαυμάζει το παιδί το Χριστουγεννιάτικο δέντρο:
Αφήστε το να συνεχίζει με πνεύμα θαυμασμού
Την Εορτή σαν γεγονός, όχι δεκτή σαν πρόσχημα
Ώστε η λάμπουσα έκσταση, η έκπληξη
Από το πρωτοθυμημένο Χριστουγεννιάτικο Δέντρο,
Ώστε οι εκπλήξεις να γοητεύονται με νέες προσκτήσεις
(Η καθεμία με την δική της ερεθιστική ευωδία)
Την προσδοκία της χήνας ή του διάνου
Το προσδοκούμενο δέος στην εμφανισή τους
Ωστε το σέβας και η χαρά
Να μην λησμονηθούν στην ύστερη εμπειρία,
Την γνώση του θανάτου, την συνείδηση της πτώσης
Ή την ευλάβεια του προσύλητου
Που μπορεί να χρωματίζεται από έπαρση
Δυσάρεστη προς τον Θεό και ασεβή προς τα παιδιά
(Κι εδώ με ευγνωμοσύνη αναπολών επίσης
Τα κάλαντα της Αγίας Λουκίας και το στέμμα της από φωτιά)
Ώστε πριν απο το τέλος, στα ογδοηκοστά Χριστούγεννα
(Δια "ογδοηκοστού" εννοώντας οποιοδήποτε είναι τελευταίο)
Οι αθροισμένες μνήμες μιας συγκίνησης ετήσιας
Ίσως συγκεντρωθούν σε μια χαρά μεγάλη
Που θα είναι επίσης ένας μέγας φόβος, όπως επ' ευκαιρία
Ο φόβος έρχεται σε καθεμία ψυχή
Διότι η αρχή θα μας θυμίζει τέλος
Και η πρώτη παρουσία την δευτέρα παρουσία.


T. S. Eliot
*μτφ: Α.Νικολαϊδής


Το παιδί με τη σάλπιγγα

Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου.
Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγεννα-στο τζάκι του Νέγρου
ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά
στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ
μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες
ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου.

Να την κάνεις αγάπη

Νικηφόρος Βρεττάκος

Δεν είναι τα όνειρα

Δεν είναι τα όνειρα
αυτά και πότε ήταν
ούτε ο πρακτικός βίος που ανατράπηκε ξαφνικά
την μάνα μου συλλογίζομαι απόψε
στρατόπεδο παραμονή Χριστούγεννα
που θα γυρίζει μοναχή της μέσ΄ στο σπίτι
που θα κοιτάζει τα βιβλία μου
και θα κλαίει.

Χρίστος Ρουμελιωτάκης

Χριστούγεννα, επέστρεψε ο ξένος στο κελλί,
κατόπιν αγρυπνίας και ξεκουράστηκε,
μετά έστρωσε το τραπέζι
και άναψε δυο κεριά
και είπε στον εαυτό του χρόνια πολλά

Συμεών δε λα Χάρα

Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα...
Α! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα των Ποιητών.


Mίλτος Σαχτούρης

Ετικέτες

Παρασκευή, Αυγούστου 22, 2008 

Πάνος Θασίτης: Νυχτερινό

Είμαστε δυο άνεμοι νυχτερινοί...
Πουθενά πάνω σ' εμάς δε βρίσκεται ένας δρόμος,
ένα τέλος, μια αρχή ένα σχήμα...

Υποθέτοντας τους εαυτούς μας αγαπιόμαστε,
για τον τρόμο και τον ίλιγγο του αγνώστου μας,
για τη μοναχική συνάντηση μας πέρ' απ' το χνούδι του κόσμου.

...

Πάνος Θασίτης
1923-2008 (21 Αυγούστου)

Ετικέτες

Σάββατο, Μαρτίου 08, 2008 

ΑΥΤΗ ΕΙΜΑΙ !

8 Μαρτίου

Αυτή είμαι

Αν θέλεις να μάθεις ποια
είμαι κοίτα, με προσεκτικό
βλέμμα, εκείνο το κομμάτι
του μαύρου ξύλου που κάποιος
αδερφός Μaconde με εμπνευσμένα
χέρια μόχθησε και σκάλισε
σε μακρινούς τόπους, στο Βορρά.

Α, αυτή είμαι: Μάτια
άδεια, κοιλώματα που δείχνουν
απόγνωση κατακτημένης ζωής,
στόμα σημαδεμένο από πληγές
αγωνίας, τεράστια χέρια
-πλατιά- υψωμένα
ωσάν για να κάνουν επίκληση
ή ν' απειλήσουν' σώμα
χαρακωμένο από ουλές,
oρατές κι αόρατες,
από το τραχύ μαστίγιο
της δουλείας' βασανισμένο
και φωτερό, περήφανο
και μυστηριώδες - Αφρική
από τα νύχια ως την κορφή -
α, αυτή είμαι!

Αν θέλεις να με γνωρίσεις,
έλα και σκύψε απάνω
στην αφρικάνικη ψυχή μου'
στους στεναγμούς των Νέγρων
φορτοεκφορτωτών - στις προκυμαίες -
στους ξέφρενους χορούς των Chopes,
στις εξεγέρσεις των Shanganas,
στην αλλόκοτη μελαγχολία
που αναδύεται από το τραγούδι
όλων των ιθαγενών, μέσα στη νύχτα.

Και μη με ρωτάς πιο πολλά
αν πραγματικά θέλεις
να με γνωρίσεις. Γιατί δεν είμαι
παρά μια απλή, ανθρώπινη ύπαρξη!
Μα που μέσα της η διαμαρτυρία
της Αφρικής πνίγει την κραυγή της

-πρησμένη κυρίως από προσδοκίες!...



της Μοζαμβικανής ποιήτριας Noémia de Sousa (1926 - 2003)

μετέφρασε ο Αθανάσιος Β. Νταουσάνης
από την ανθολογία Η ποίηση της Μαύρης Αφρικής


Ετικέτες ,

Σάββατο, Δεκεμβρίου 01, 2007 

on AIDS: Παντελής Ηλιάδης - Πηγαίνοντας προς το "διδώ"


.......................τι κάνεις όταν τελειώσει κι αυτό

...............Παντελής Ηλιάδης


«Συνάντησα τον Παντελή για πρώτη φορά στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ, όπου είχε εμφανιστεί, απροειδοποίητα, ζητώντας να τον βοηθήσει κάποιος με ένα κείμενο που μετέφραζε. Φορούσε κόκκινο σακκάκι, πράσινο πουκάμισο, κίτρινο παντελόνι και ασπρόμαυρα παπούτσια. Δεν μπορούσε παρά να προσελκύει τα βλέμματα όλων. Ήταν Πάσχα του 1992' και από τότε γίναμε φίλοι καρδιακοί. Αρχίσαμε να μιλαμε για μύρια όσα, μιας και είμασταν αμφότεροι άρτι αφιχθέντες από την γηραιά ήπειρο' ανακαλύψαμε μάλιστα ότι είχαμε πρωτοσυναντηθεί στο Τατόι το 1985, όταν φρουρούσαμε την πατρίδα από αμέτρητους καθημερινούς και αόρατους εισβολείς. Χρόνια μετά και αφού η φιλία μας, πέρασε δυο βαθύτατες κρίσεις, ήρθε στο σπίτι μου, απρόσκλητος όπως το συνήθιζε, για να αποκαλύψει τα μυστικά του.

«Ήρθα στην Αυστραλία, μου είπε, το 1989, Ιούλιο μήνα, γιατί είχα συναντήσει αυτό το τέρας τον Πάτρικ. Δεν ήξερα τίποτε γι' αυτόν, παρά μόνο ότι ήταν πολύ σέξυ και κάναμε καλό κρεβάτι στην Αθήνα, όπου τον συνάντησα έξω απο το Ηρώδειο. Όταν έφθασα στο Σύδνεϋ, έμαθα ότι ήταν παντρεμένος καί ότι είχε τέσσερα παιδιά. Μετά από πέντε μήνες απίστευτης ερωτικής πανδαισίας, που δεν είχαμε καιρό να μιλήσουμε ο ένας με τον άλλο, πήγαμε διακοπές στο Cairns. 6 Δεκεμβρίου 1989, του αγίου Nικoλάου. Ξάφνου λιποθύμησε και τον πήγα στο νοσοκομείο. Δεν ήξερα καλά αγγλικά τότε και κανείς δεν μου έλεγε τίποτα. Ο Πάτρικ έπεσε σε κώμα και πέθανε μέσα σε τρεις μέρες. Ο γιατρός με πήρε στο γραφείο του και μου είπε τι είχε' μου ζήτησε να κάνω εξέταση αίματος. Σε δυο μέρες το πόρισμα: οροθετικός. Δεν ήξερα τι να κάνω' μόνος σε μία ξένη πόλη και ξένη χώρα. Μόλις έθαψα το τέρας, κατέφθασαν τα παιδιά του και μου ζητούσαν την διαθήκη του' δεν ήξερα που ήμουνα, τι θέλανε, γιατί με κατηγορούσαν. Έφυγα με τα λίγα χρήματα που είχα στην Μελβούρνη' νοίκιασα ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο και ξέσπασα σε λυγμούς' έκλαιγα για δυο μέρες ασταμάτητα. Κοιμήθηκα για άλλες τρεις εξαντλημένος. Στα όνειρά μου ερχόταν η Θεσσαλονίκη, το χωριό μου, η Μπέμπα Mπλανς, η Σπεράντζα Βρανά, η Μπέσυ Αργυράκη, η μάνα μου. Εγώ δεν είμαι κουλτουριάρης σαν κι εσένα, να τριγυρνάω σε διαλέξεις με φιλοσόφους καί θεολόγους. Εγώ είμαι μία λαϊκή γκόμενα, που βρήκε το ύφος της στα αλησμόνητα τραγούδια του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ιδιαίτερα μάλιστα στα αποτυχόντα, όπως το "Ανταμώνουμε σαν σύννεφα", το "Αυτός που θάρθει την αυγή", και στα τραγούδια της Μαρίνας, της Τάμυ, του Τέρρυ Χρυσού και του Δάκη».

Αυτός ήταν ο Άλκης' κοφτερή ειλικρίνεια και ευθύτητα χωρίς περιστροφές, έλεγε αυτά που εlχε στην καρδιά του ή τα έβγαζε έξω με ένα χορό κι ένα τραγούδι. Ήταν ένα παράδοξο παιδί' ψηλός, μελαψός, επιβλητικότατος. Δεν μπορούσες να τον αγνοήσεις ή να τον προσπεράσεις: σαν ένας εξευγενισμένος Ζορμπάς, με όλα τα χαρακτηριστικά του ήρωα και χωρίς τις γραφικές του ακρότητες. Ο Άλκης είχε μία ζυγιασμένη και λαγαρισμένη συμπεριφορά' η αίσθηση της θνητότητας τον εlχε απαλλάξει από το περιττό και το ψιμυθιωμένο. Ζώντας κάθε μέρα σαν να ήταν η τελευταία του, ρουφούσε αχόρταγα οτιδήποτε βρισκόταν μπροστά του' έναν έρωτα, μια φιλία, ένα βιβλίο, μια ταινία' απoλάμβανε ακόμα και τους κάθε λογής ματαιόσπουδους που κατέφθαναν στις αποικίες από την μητρόπολη' την Ρίτα Σακελλαρίου, την Άντζελα Δημητρίου, την Μπέσυ Αργυράκη. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ τα δάκρυά του όταν άκουσε ξανά τον περίφημο Τζων Τίκη να τραγουδάει «η δική μας ιστορία», με το στήθος δασύτριχο καιί τον σταυρό του Άγίου Ιωάννη του Ρώσσου να λάμπει κατάσαρκα, μέσα από το ξεκούμπωτο πουκάμισο. Είχα αναγκαστεί να τον συνοδεύσω' και υπέμεινα άχρι πρωίας τον αοιδό με πολυμελές μπαλέτο και εννεαμελή ορχήστρα. Ο Άλκης είχε ταυτιστεί με την ατμόσφαιρα. «Ο Τζων Τίκης είναι τα νιάτα μου», έλεγε, «Όταν ήμουν έφηβος και είχα τόσες ελπίδες και όνειρα, να αλλάξω, να γίνω κάποιος, να μείνω πιστός για πάντα στα όνειρά μου». Και σηκωνόταν να χορέψει στους ρυθμούς ενός τέτοιου ψαλμωδού, μέσα σε ένα καταγώγιο όπου διατηρείται ανόθευτο το εθνικό φρόνημα και η ιστορική μνήμη του μείζονος Ελληνισμού!

Επρόκειτο, μολοντούτο, για χαρισματικό άνθρωπο' μπορούσε να μεταμορφώνει το τετριμμένο και το ασήμαντο σε μια απροσδόκητη και συντριπτική αποκάλυψη. Γιατί ο Τίκης δεν ήταν πια ο Τίκης’ ήταν η φωνή από μία εποχή πού όλα μοιάζανε νέα και αρυτίδωτα μέσα από τα εργαστήρια της φαντασίας και της εμπειρίας, ήταν τα πράγματα που άχνιζαν σαν φρεσκοβγαλμένα ψωμιά από το κλίβανο της ζωής ενώ η μυρωδιά τους έκρυβε τις σκιές και τα φαντάσματα μιας παιδικής ηλικίας σ' ένα χωριό της Μακεδονίας, όπου είχαν γραφτεί μαύρες σελίδες προσωπικού τρόμου και οικογενειακού δαιμονισμού.

Για όλα αυτά μου άρεσε ό Άλκης γιατί δεν υποκρινόταν πως ήταν κάποιος άλλος, γιατί δεν έκρυβε τον εαυτό του, γιατί ήταν ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος και ρηχός και δεν ήθελε να είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που ήταν. Αυτή η αυθεντικότητά του τον επέβαλε, ακόμα και όταν σε εκνεύριζε και σε ενοχλούσε, ήταν ένα θαύμα να βλέπεις κάποιον να εκτίθεται και μετά να ξεσπάει σε κλάματα η σε γέλια και να λέει αδιάφορα «και πάλι ωραίοι είμαστε!». Γιατί ό Άλκης δεν ήθελε να μεταμφιέζει αυτό που ήταν, δεν υποκρινόταν, δεν παραμυθιαζόταν με την ιδανική εικόνα του εαυτού του, που τελικώς ήταν εκείνη της Ειρήνης Σκλήβα καί όχι του Ζαν Πώλ Σάρτρ. Για τους φίλους του μάλιστα φύλαγε και το μεγαλύτερο δοκίμιο της αγάπης τους' ώρες αναρίθμητες παρακολουθήσεως βιντεοσκοπημένων καλλιστείων! Μις Ειρηνικός, Μις Αφρική, Μις Αυστραλία, και το μεγαλύτερο εύρημα όλων (αφότου άρχισαν οι δορυφορικές εκπομπές από την ελληνική τηλεόραση), Μις Καλαμαριά 1997! Δεν θα ξεχάσω το ενθουσιασμό του για τα ωραία κορίτσια της Μακεδονίας, όπως έλεγε, και την σημασία που απέδιδε στην Θεσσαλονίκη, ως παγκόσμιας πρωτεύουσας της ομορφιάς, εξ αιτίας -ήτο πεπεισμένος γι' αυτό- της θρησκευτικότητος που χαρακτηρίζει την πόλη.

Γιατί τα έκανε όλα αυτά; Γιατί δεν φοβόταν να εκτίθεται, με όλες του τις αδυναμίες και τα ελαττώματα, τα όνειρα και τις φαντασιώσεις του. Ήθελε να έχει φίλους και ήξερε να κάνει την φιλία ποιότητα ζωής' να προσφέρει χωρίς να φαίνεται, να βοηθά χωρίς να είναι παρών, να ενθαρρύνει χωρίς να μιλάει. Δεν θα ξεχάσω την μοναδική μας έξοδο στην Όπερα για να δούμε τους «Τρώες» του Μπερλιόζ' λίγο η παράσταση λίγο το είδος, ό Άλκης εξαφανίστηκε μετά μισή ώρα, για να με πάρει τηλέφωνο αργότερα, από γνωστό κέντρο καταχρήσεων και κραιπάλης, ενώ εγώ απολαμβανα την χειρότερη θεατρική παράσταση της ζωής μου. «Κουλτουριάρη», μου είπε περιφρονητικά, «κατάντησες να υποκαθιστας τα πάντα με αναπαραστάσεις» και έκλεισε το τηλέφωνο, εξαφανιζόμενος για εβδομάδες.

Η παρουσία του λοιπόν έθετε τα πράγματα σε προοπτική, αναδιάρθρωνε τις προτεραιότητες, έδινε μία βεβαιότητα δύναμης ακόμα και σε καταστάσεις απόλυτης απελπισίας. «Θα την παλέψω αυτή την αρρώστια» μου έλεγε' «θα την παλέψω με κάθε τρόπο: με διαλογισμό, με χορό, με φάρμακα, με μαθήματα μαγειρικής. Δεν θα χάσω την ζωή μου προτού πεθάνω!». Η εγγύτης του θανάτου γεννούσε μέσα του μια λεβεντιά και μία ηρωική τόλμη που δεν φαινόταν πουθενά στην ζωή του προηγουμένως και όσο ο θάνατος πλησίαζε, ο Άλκης ανέδιδε μία πνευματικότητα και ευγένεια, που με έκανε να νιώθω γυμνός και αμαρτωλός και ηλίθιος για όσα έλεγα και έκανα και σκεφτόμουν, για όλα τα έργα και τις σκέψεις της υγείας που δίνει πάντοτε μια ανεπαίσθητη αλαζονεία και μίαν λανθάνουσα βεβαιότητα άτρωτης ύπαρξης.

Υπήρχε, ωστόσο, μέσα του και απίστευτη δύναμη, ένα αστείρευτο πάθος για ζωή, μια αχόρταστη περιέργεια, η ζωική απληστία ενός μαινόμενου στωικού. Μέχρι το τέλος ταξίδευε στην Ιταλία, την Γαλλία, την Αγγλία, στο εσωτερικό της Αυστραλίας. Δούλευε μέχρι πριν εισαχθεί στό νοσοκομείο ως διερμηνέας δημοσίων υπηρεσιών - παρακολουθούσε μαθήματα ιταλικών και κινέζικης μαγειρικής. Καλούσε φίλους στο σπίτι για δείπνο, τηλεφωνούσε στις τρεις το πρωί γιατί άκουσε ένα ωραίο τραγούδι στο ραδιόφωνο, βρισκόταν σε δυο και τρία μέρη ταυτοχρόνως. Ήταν αεικίνητος και πολύτροπος και πολυμήχανος’ ένιωθε ότι το τέλος ερχόταν και, όπως έλεγε, «ήθελε να ρουφήξει κάθε ανταύγεια του φωτός και να κλονιστεί από το κάθε βήμα του σκοταδιού μέσα του».

Έζησε μία μεγάλη στιγμή της ζωής του, όπως εξομολογήθηκε, όταν τον επισκέφτηκε ο αρχιεπίσκοπος Στυλιανός. Είχε διαβάσει ποιήματά του, και, όπως του είπε, «μεέ συγκινεί πώς μπορείτε να συνδυάζετε τόση ευαισθησία ως ποιητής με τόση σιδηρά πειθαρχία ως διοικητής!». «Καίρια παρατήρηση», όπως είπε αργότερα με τρυφερότητα ο πρωθιερέας. «Ο πλέον εύστοχος χαρακτηρισμός του έργου μου και του εαυτού μου!». Γι' αυτό θαύμαζα τόν Άλκη' γιατί αναπάντεχα πεταγόταν σε ακρότατα σημεία κατανόησης και αισθαντικότητας, χωρίς να χάνει ούτε για ένα λεπτό την χοϊκότητά του. Μόλις έφυγε ο Στυλιανός, ο Άλκης εξαντλημένος από την αγωνία της συνάντησης μού είπε: «Αυτός ο άνθρωπος είναι μία προσευχή!», και ξέσπασε σε κλάματα. Μόλις χόρτασε, ζήτησε νά βάλω στο βίντεο τά καλλιστεία της Μις Τουρισμός 1999, «για να κραταμε τις ισορροπίες», όπως είπε, αναστενάζοντας.

Ώσπου ήλθε η μαύρη ημέρα της 4ης Μαρτίου 2001। Μια ειρωνική σύμπτωση' ήταν τό Σάββατο του Mardi Gras, του καρναβαλιού δηλαδή, όπου κάποιοι αυτοχαρακτηριζόμενοι ομοφυλόφιλοι παρελαύνουν σε κεντρικό δρόμο του Σύδνεϋ, ντυμένοι ή τσίτσιδοι, διατρανώνοντας πόσο υπερήφανοι νιώθουν για την σεξουαλικότητά τους. Το νοσοκομείο ήταν ακριβώς σε κεντρική διασταύρωση αυτού του δρόμου, της οδού της απωλείας, όπως την έλεγε. Ο Άλκης είχε πέσει σε κώμα από το πρωί- ρόγχαζε ακίνητος και απλωμένος μέγας μεγαλωστί, όπως περιέγραφε ο Όμηρος τους πολεμιστές του, με μια απροσδιόριστη αξιοπρέπεια και αταραξία. Οι προηγούμενες μέρες ήταν απίστευτες' είχε αποδεχθεί το μοιραίο με στωική άφεση, σχεδόν με ειρωνεία. Σε κάποια φίλη που έκλαιγε μπροστά του είπε: «Κόψε το δράμα, εγώ πεθαίνω καί όχι εσύ». Σε άλλο γνωστό δήλωσε: «Λυπάμαι μόνο που δεν θα ξανακούσω ελληνικά τραγούδια». Και σε μένα εμπιστευτικά: «Άναψε ένα κερί την μέρα των γενεθλίων μου, 14 Μαΐου». Τι δεν άκουσα εκείνες τις μέρες σε ένα νοσοκομείο γεμάτο από πνιχτούς λυγμούς και κρεβάτια που άδειαζαν αιφνιδιαστικά. Μου ζήτησε, αφού πεθάνει, να τον μοιρολογήσω τραγουδώντας Μπέμπα Μπλανς' επίσης με προέτρεψε να διαβάζω την Καινή Διαθήκη και να ξεχάσω τον υπναλέο γαλλικό υπαρξισμό: «αν δεν μπορείς να βρεις την Καινή Διαθήκη, τότε να γίνεις συνδρομητής στο "Νίτρο" από την Ελλάδα!», μου είπε θριαμβευτικά κάποια στιγμή' και τέλος, η μεταφυσικότερη τελευταία του νουθεσία προς εμένα προτού χάσει επαφή με τον κόσμο μας: «Να φροντίζεις την επιδερμίδα σου με καλά καλλυντικά γιατί είσαι ξανθός και θα σπάσεις γρήγορα!». Μέχρι την τελευταία του στιγμή με φρόντιζε σαν όλα αυτά να μην συνέβαιναν σε κείνον!

Κοντά του ο Μπέρναρντ, ο καλός σαμαρείτης του, που αφιέρωσε όλη του την χριστιανική ευαισθησία στην διακονία ανθρώπων που υπέφεραν. Καθολικός αυτός, τον έπλενε και τον έντυνε, ενώ οι ομόδοξοι φίλοι και συγγενείς είχαν εξαφανιστεί πιστεύοντας ότι θα μολυνθούν εξ αποστάσεως και διά εναερίου επαφής. Ήταν οκτώ το βράδυ όταν το νοσοκομείο αντήχησε από τα ελληνικά μοιρολόγια της μητέρας του' ένα μακρόσυρτο παράπονο γεμάτο κραυγές και τσακίσματα της φωνής. Είχα τηλεφωνήσει στον παπά-Νεκτάριο, που ήρθε και διάβασε την ευχή προς αποδημήσαντας. Γύρω στις εννέα είχαν όλα τελειώσει. Ένα τζόβενο γιατρουδάκι μου είπε να αδειάσουμε το δωμάτιό του, μιας και την επομένη θα ερχόταν κάποιος άλλος.

Έμεινα μόνος στο δωμάτιο, καθώς μάζευα τα πράγματά του, μέχρι τα μεσάνυχτα. Η φωτισμένη πόλη, αμείλικτη προχωρούσε πανηγυρίζοντας. Έριχνα ό,τι έβρισκα σε μία βαλίτσα' το ραδιοφωνάκι, τα περιοδικά, κάποια cd, τα ρούχα του. Το δωμάτιο του νοσοκομείου ήταν ακόμα γεμάτο από την παρουσία του' η μυρωδιά του, το αποτύπωμα του κορμιού του στο κρεβάτι, τα παπούτσια, οι κάλτσες του. Ήταν όλα εκεί, μύριζαν, άχνιζαν, μιλούσαν' και ήταν μαύρα μεσάνυχτα και σαν να είχε πέσει μία φοβερή σιωπή τριγύρω και δεν άκουγα τίποτε και σαν να κινιόμουν αργά χωρίς βάρος και να επέπλεα πάνω στα νερά της ίδιας του της ύπαρξης που τώρα είχε εξατμιστεί και είχε νοτίσει όλο το δωμάτιο με ένα παχύρρευστο και αόρατο υγρό, την πεμπτουσία της απουσίας του. Ανέπνεα Άλκη, περιβαλλόμουν από Άλκη, ο Άλκης ήταν η πόλη μου. Βίαιος άνεμος άνοιξε το παράθυρο' ο Άλκης που είχα ζήσει χανόταν' και ένας καινούργιος γεννιόταν' ο Άλκης της ανάμνησης και της φαντασίας, το πικρό χαμόγελο μιας γλυκιάς νοσταλγίας. Γιατί αραγε γιατί, μόνο μέσα από τον θάνατο αγαπημένων να ανοίγουμε την θύρα των μυστηρίων και να ζούμε τις μεγάλες μας στιγμές;

Κοίταζα γύρω. Σιωπή πάνω από την αγαπημένη πολυόμματη πόλη, η πόρτα του δωματίου άνοιξε και το γιατρουδάκι έλεγε κάτι που δεν μπορούσα να ακούσω. »

Σύδνεϋ, Αυστραλία


Κείμενο: Βρασίδας Καραλής

= = =

Ποιήματα του Παντελή Ηλιάδη:

ΑΣΜΑΤΑ ΛΑΪΚΑ

Με ρωτάς τι έχω και σου λέω τίποτα
Κατά βάθος φοβάμαι μη σε τρομάξω
γι' αυτό κι επιλέγω τη σιωπή σου
Στη γλώσσα μου να σου μιλήσω δεν μπορώ
τη δική σου τη νιώθω σα γυαλί που μας χωρίζει
Η σιγουριά σου μου είναι ακατανόητη
Αφού μονάχα την επιδερμίδα σου μ' αφήνεις να βλέπω
κι αυτήν στη συχνότητα που ορίζεις εσύ
Το πανταλόνι κατεβασμένο μέχρι τα γόνατα
σπάνια παρακάτω
Λες σ' αγαπώ μα ξέρω πως δεν μπορείς να πεις σε νιώθω
Μετά την εκσπερμάτωση δένεις τη ζώνη σου
και φεύγεις σα να σε κυνηγούν
Κι εγώ μένω μόνος και παράλυτος,
ακίνητος μέσ' στο σκοτάδι, νεκρός κατ' επιλογή και ανάγκη
Έτσι θα περάσω τη νυχτα
Στην καλύτερη περίπτωση, θ' ακούσω λαϊκά τραγούδια.


INSOMNIA

Εδώ δεν είμαι πια, ούτε κι εκεί είμαι όμως
Ζω εδώ, ζω κι εκεί
Θέλω να φύγω, να πάω στα μέρη και τους τόπους
που πια μονάχα τις νύχτες επισκέπτομαι
ανάμεσα στη μία και στις πέντε
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
εκεί που μιλάνε τη γλώσσα της παιδικής μου ηλικίας
Στην αγκαλιά της μητέρας μου, να με νανουρίσει
Να καθήσουμε όλοι στα σκοτεινά μπροστά στο παράθυρο
και να περιμένουμε να φανεί ο γέρος εκείνος
που με τρόμαξε στο όνειρό μου
Κι από πίσω, μες στο σκοτάδι, να υπάρχουν διερμηνείς
γλωσσών υπαρκτών και ανύπαρκτων
και να μεταφράζουν τα αμετάφραστα
Μέχρι που να σηκωθεί ο μπαμπάς και να τους πει:
«Ουστ, κερατάδες. Πάρτε δρόμο. Εγώ γεννήθηκα το
εικοσιτρία. Αυτά γίνανε σαράντα χρόνια μετά.
Τι ήξερα; Πώς να το φανταζόμουνα. Ήμουν πτώμα
στην κούραση και το πρωί έπρεπε νάμαι στο χωράφι.
Τι προσπαθείτε τώρα να εξηγήσετε με λόγια;»
Και να ξεσπά με κατόπιν σε λυγμούς βωβούς
ο γέρος να λιώνει μαζί με τ' όνειρο, να
πνίγεται η φωνή του. Κι η γιαγιά να βγάζει
τα μαλλιά της από τις τσέπες και να τα καίει
πετώντας τα πάνω του. «Να, να, να.....»

Αυτό ήταν, τελείωσε. Απόψε έγινε αποκατάσταση της αγάπης.
Κοιμηθείτε τώρα κι αύριο το πρωί πάμε να μεταλάβουμε όλοι.

Παντελής Ηλιάδης
(1960 - 2001)





κείμενα και ποιήματα από την ΟΔΟ ΠΑΝΟΣ, τεύχος 123 - Ιαν. 2004:

«Tον Παντελή Ηλιάδη, τον γνώρισα στη Θεσσαλονίκη, το 1983. Μαζί του γνώρισα μία άλλη Θεσσαλονίκη.[...] Όταν ήρθε στην Αθήνα, για να διοριστεί δάσκαλος, κάναμε παρέα και στο Οδός Πανός έκανε διορθώσεις και έγραφε. Ωραίο μυαλό και πρωτοπόρος σε όλα. Την ημέρα του καύσωνα, 1987, στην Αθήνα, που πέθανε ο κόσμος, φεύγαμε για τη Μυτιλήνη με το καράβι. Έκθεση βιβλίου θα γινότανε στην παραλία της, θα κάναμε και διακοπές δεκαπέντε ημέρες' άψογος και τυπικός στη δουλειά.

Την ημέρα που κάποιοι Αθηναίοι έβρισαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο τον Μπόυ Τζωρτζ - και αυτός αντεπέδιδε τα ίδια - τον είχα δίπλα μου και μου μετέφραζε όλο το λεξιλόγιο του Μπόυ. Ήξερε ωραία αγγλικά όπως και ελληνικά.

Όλα κυλούσαν ήρεμα, τον έβλεπα όλο και πιο πολύ, αγαπούσε αυτή την πόλη, κάπνιζε τσιγάρα Δελφοί, έτρωγε σαλάτες και φρούτα και μίλαγε δυνατά, καθαρά αυτά που μάθαινε, έτσι όταν μου είπε πως φεύγει για την Αυστραλία δεν τον πίστεψα και όταν πείστηκα προσπάθησα - με λογική - να τον μεταπείσω. Δεν άκουγε τίποτα. Είχε ξαναπάει εκεί, γνώριζε τη γλώσσα, τίποτα δεν τον κρατούσε.

Μου φάνηκε πως πήγαινε προς το διδώ - που λέει ο Καβάφης»
...

Γιώργος Χρονάς
Αθήνα, 14 Αυγούστου 2003

Ετικέτες ,

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2007 

Αποχαιρετισμός, του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

...Συναντηθήκαμε αργά το απόγευμα κάπου προς τον παλιό
...σταθμό. Φυσούσε από το πρωί κι η θάλασσα ήταν
...έρημη στα καφενεία και στα τραμ της αφετηρίας.

...Κοιτούσα τα χέρια του που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή

...συγ-
...κατάθεση, τα δικά μου. Μες στο σακίδιο ήταν όλος
...ο κόσμος του - πουλόβερ, βιβλία, γράμματα... Έ-
...πρεπε νά 'ρχονταν τα πράγματα αλλιώς, μα το θε-
...λήσαμε τάχα.

...Άχρωμο φως, μια Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα.
...Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε. Θεέ μου,
...τόση



Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου




(φθινόπωρο, 12)


εικόνα: adonline.com

Ετικέτες , ,

Σάββατο, Οκτωβρίου 20, 2007 

Η συναυλία των γυακίνθων, του Οδυσσέα Ελύτη

XIII

Πες μου τη νεφελόπαρτη ώρα που σε κυρίεψε όταν η βροντή προηγήθηκε της καρδιάς μου.
Πες μου το χέρι που προχώρησε το δικό μου χέρι μέσα στην ξενιτιά της θλίψης σου.
Πες μου το διάστημα και το φως και το σκοτάδι -
το παρείσαχτο κυ-


Οδυσσέας Ελύτης



(Φθινόπωρο, 11)

Ετικέτες ,

Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2007 

Φθινοπωρινό σχεδίασμα, του Μήτσου Παπανικολάου


.ρί χλωρό δεν θα βρεθεί
.για ένα πουλί, για μια ψυχή, λιμάνι που αράζει.

.Και να το βράδυ κι η βροχή το τζάμι μού χτυπάει
.σα μια ερωμένη μου παλιά, μέσα σε τόσες άλλες,
.μα είν' η ψυχή μου αισθαντική και ξέρει ν' αγαπάει
.κάθε που κλαίει μες την ζωή και της βροχής τις στάλες.

.Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι,
.ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση,
.μα στη γωνιά, καθώς χτυπά τ' αλύπητο ρολόι
.θυμίζει τόσα πράματα που τα 'χει πια σκοτώσει.

.Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει 'ρθει.
.Μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι.
.Πώς να μπορέσει μια καρδιά κι αυτή να κρατηθεί
.ως τον Απρίλη που θα 'ρθει, σαν πάγος που δεν σπάζει;

.Μήτσος Παπανικολάου


(φθινόπωρο, 10)

Ετικέτες ,

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2007 

Στο φθινοπωρινό ξενοδοχείο, του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου


.ζω πάλι στις ταράτσες του και σκέφτομαι
.βλέποντας φώτα εργοστάσια μες στη συννεφιά
.πόσο το πεθαμένο αίσθημα επιζεί
.ανήμπορο για μια σταγόνα αίμα.

.Κι όμως δεν τα λυπάμαι τα εργοστάσια, δεν τα σκέφτομαι
.δε με μεθούνε πια το απόβραδο οι μηχανές
.ούτε και η μνήμη σου, ξέθωρη πια πάνω στα τζάμια.

.
Μόνο το γείτονά μου, αυτόν δεν τον ξεχνώ
.φυματικός και συνταξιούχος έμπορας
.κρεμάστηκε στα δέντρα αυτά.

.Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου


(φθινόπωρο, 9)

Ετικέτες , ,

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2007 

Το σπίτι, του Αλέξανδρου Μάτσα


.πατά σα σχοινοβάτης στην αιχμή
.του αοράτου μεσοτοίχου' με πλευρό
.στις παγερές πνοές εκτεθειμένο,
.μ' αυτί καλώς εξασκημένο στην ηχώ
.της θείας συμπαιγνίας. Έτοιμος να πετάξη
.την "εφθαρμένη της σαρκός εσθήτα",
.κι ακόμα ψάχνοντας μες στις λερές πτυχές
.τη δόξα των σβυσμένων της κηλίδων.
.Kι αν βρης, στα ξερά φύλλα, διαφανές
.χιτώνιο τζιτζικιού· κι αν πατητής
.με κνήμες σταφυλοβαμμένες προσπεράση,
.κι ο δύων ήλιος του θωπεύση τα μαλλιά,
.κι αυτά τα ύστατα θα πάρης, Tειρεσία,
.βότσαλα, για να κάμης κύκλους
.μεθαύριο, στα ύδατα της λήθης.


.1942

.Αλέξανδρος Μάτσας


(φθινόπωρο, 8)

Ετικέτες ,

Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2007 

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: "Να έμενε, τουλάχιστον, κάτι..."


.σει όπως τόσες και τόσες παρέες το καλοκαίρι.

.Να έμενε τουλάχιστον κάτι...



.Nίκος-Αλέξης Ασλάνογλου


(φθινόπωρο, 7)

Ετικέτες , ,

Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2007 

Σπήλαιο Κουτούκι, του Κώστα Στεργιόπουλου

.Μόλις διαβήκαμε το κατώφλι,
.ακούστηκε η μουσική των χιλιετηρίδων,
.καθώς προχωρούσαμε ανάμεσα σε σταλακτίτες και

.σταλαγμίτες
.μεγαλωμένους απ' τους αιώνες'
.σταλαγματιές κρεμάμενες χρόνια και χρόνια που ποτέ δε

.στάλαξαν
.κι ωχροί μαρμάρινοι κορμοί που φύτρωναν χωρίς ρίζες.

.Ο κρυσταλλικός σχιστόλιθος. Ο δολομιτικός ασβεστόλιθος.

.Άνθρωποι με τα κυριακάτικά τους,
.που δεν είχαν ξανακάνει άλλον ένα τέτοιο περίπατο,
.κι ο βραχνιασμένος οδηγός απ’ την ξενάγηση.
.Γυναίκες με παντελόνια κι άντρες με τακούνια,
.ψυχές που κοιμισμένες έρχονται και κοιμισμένες φεύγουν
.και πάνε σ' άλλο σώμα να ξυπνήσουν.

.Κανείς δεν ήξερε πού πηγαίναμε,
.έτσι όπως νύχτωνε και ξημέρωνε
.μέσα στην υγρασία του χλομού μαρμάρου.
.Αγάλματα και σταυροί με μορφές συσπασμένες,
.νεκροταφείο απέραντο μ' αλλόκοτα σχήματα,
.αλλάζανε την όψη τους
.μόλις στεκόσουν να τα κοιτάξεις.

.Μα κάποια στιγμή φάνηκε ψηλά μακρινό το
.φως της μέρας,
.κι όλοι πιστέψανε
πως δόθηκε μια εξήγηση,
.πως βρήκανε την αρχή.

.Κι ωστόσο, πηγαίναμε σαν τα πρόβατα στη σφαγή
.κάτω απ' τις πέτρες και τις χιλιετηρίδες κι ακόμα πιο βαθιά,
.ενώ βγαίναμε πια απ' της γης τα σπλάχνα,
.νομίζοντας πως της ξεφεύγαμε.

.Ώσπου βρε
-



Κώστας Στεργιόπουλος



(φθινόπωρο, 6)

Ετικέτες ,

Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2007 

Μουσικότητα, της Ζωής Καρέλλη

-Έμορφη μουσικότητα των φθινοπωρινών
-ημερών στη Θεσσαλονίκη,
-όταν η βροχή πέφτει πότε πυκνή,
-αραιώνει κι ύστερα πάλι
-πυκνώνει η ασημένια βροχή,
-των πρώτων φθινοπωρινών ημερών,
-διάφανη και τόσο λεπτή, σαν


-πωρο της ζωής των.
-Εκείνων των γυναικών που μένουν
-ήσυχες και σιωπηλές, μοιάζουν,
-λιγάκι περήφανες ή μελαγχολικές
-και κάποτε, όταν μιλήσουν,
-βιάζονται να πουν εκείνο
-που ζητούν ίσως να λησμονήσουν.

-Ζωή Καρέλλη


(φθινόπωρο, 5)

Ετικέτες ,

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2007 

Ερείπια της Παλμύρας, του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

-Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
-βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
-γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
-που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
-σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
-μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
-το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
-εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
-σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
-τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν.


-μένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
-για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
-μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
-μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
-ξένος και κουρελιάρης τώρα
.................................Μα όταν
-μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
-ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
-κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
-το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά - απόκριση
-για όσα περιμένω και δεν πήρα.


-Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Ερείπια της Παλμύρας

-- από τη συλλογή "Ο Θάνατος του Μύρωνα"
(βιβλίο "Ο δύσκολος θάνατος" - εκδ. Νεφέλη, 2007) -


(φθινόπωρο, 4)

Ετικέτες , ,

artois Image Hosted by ImageShack.us
"artois" - ράτσα ενός κυνηγετικού, χαριτωμένου σκύλου - είναι η συλλογική περσόνα κάποιων ανθρώπων, που συναντήθηκαν στο διαδίκτυο και διαπίστωσαν ότι πάσχουν από την ίδια "ασθένεια": είναι αλλεργικοί στους πάσης φύσεως "δηθενατζήδες". Τέρμα τα ντεμέκ είτε πρόκειται για δήθεν πολιτικούς σωτήρες, δήθεν δημοσιογράφους, δήθεν σκεπτόμενους, δήθεν αριστερούς, δήθεν ανιδιοτελείς, δήθεν σοβαρούς, δήθεν προοδευτικούς... Aπό τις 13.12.2010, νέο μέλος: artois 4, o λαϊκιστής. Aπό 11/11/11 νέος μεταβατικός αρθΡογράφος ο "Αρτουά ο παλιός" - με συγκεκριμένη διάρκεια, μέχρι 12/12/12 που θα "συνοδεύσει" τον μάταιο κόσμο στο τέλος του [επιτέλους!]

. .

Θεματα

  • ΠΑΙΔΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
  • ΤΟ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟ
  • On AIDS
  • ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ και ΜΝΗΜΗΣ
  • TO MIKΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΟΒSERVER
  • ΤA ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ
  • ΤΣΙΓΑΡΑ ΤΕΛΟΣ!

    . .

    Aλλα

  • ΠΛΑΣΤΟΠΡΟΣΩΠΙΑ ΜΕΣΩ ΨΕΥΔΟΪΣΤΟΛΟΓΙΟΥ
  • ΣΑΣ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ
  • ΠΑΡΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ
  • O ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ
  • H MAΡΙΑΝΝΑ ΑΠΟΛΥΕΤΑΙ
  • H AΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΟ ΝΤΙΒΑΝΙ
  • ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΟΤΙΜΟ
  • ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΕΣΒΥΩΠΙΑ
  • ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΦΥΛΟ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ
  • . .

    o artois o 4oς προτεινει (boo to alternative douchebags!)

  • MΠPAΦ : Mikeius vs. Alt-Bags (part 1)
  • MΠPAΦ : Mikeius vs. Alt-Bags (part 2)
  • MΠPAΦ : Mikeius vs. Alt-Bags (part 3)
  • LINKS:

    EKΔΟΤΙΚΑ ΝΕΑ: Απο 1ης Μαρτιου, η νεα υπερπολυτελης εκδοση της "Αυτομπλογκο- γραφιας μου". Δερματοδετη με 5 υπεροχα αυθεντικα σβαροφσκι στη θεση των ομικρον. ......... κλικ εδω για περισσότερα

    ........Image Hosted by ImageShack.us

    -

    ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΧΡΕΙΟ: _____ MIA ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ ΟΒSERVER

    Για τις δυσκολες ωρες σας: TA ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΑ ακομα μια φιλοδοξη προσπαθεια του Οbserver

    Powered by Blogger
    and Blogger Templates
    Image and video hosting by TinyPic